Αρχή>ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ
ΕΡΤ - Μια συγγραφέας, ένα βιβλίο

Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούω τις αφηγήσεις του παππού μου Λεόντη, να εξιστορεί με απόλυτη ζωντάνια το πώς ήρθαν από το Σοχούμ.

Διαβάστε ή ακούστε το κείμενο στη στήλη της ΕΡΤ
ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
επιμέλεια Μαρία Σφυρόερα

Το Σοχούμ -πόλη της σημερινής Γεωργίας, όπου ζούσαν πολλοί Πόντιοι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους στις αρχές του αιώνα- ήταν ο τόπος, όπου γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Εκεί γνώρισε και τη γιαγιά την Παναΐλα. Εκεί την ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν, έκαναν και τα δυο πρώτα τους παιδιά, μέχρι που τους έδιωξαν εξορία στην Ελλάδα, την πατρίδα, όταν ο Λεόντης αρνήθηκε να υπηρετήσει στον ρώσικο στρατό.

Ο παππούς Λεόντης είχε ένα δικό του τρόπο να τα λέει και όλη η γειτονιά παρακολουθούσε καθισμένη στα σοκάκια του σπιτιού στην Κατερίνη, εκεί όπου τα εγγόνια περνούσαμε τα καλοκαίρια μαζί τους. Και θυμάμαι να γελάμε και να συγκινούμαστε πολύ, να δακρύζουμε και πάλι να γελάμε. Το ζούσαμε όλοι κανονικά.
Αλλά και της γιαγιάς τής ξέφευγαν ιστορίες -πιο λιγόλογη αυτή- όταν αρμαθιάζαμε καπνό. Ναι, ήταν σπουδαία η εμπειρία αυτή. Οι λινάτσες με τον καπνό άδειαζαν γρήγορα, όσο η γιαγιά έλεγε στις γυναίκες διάφορα περιστατικά που της έρχονταν στον νου.

Κι εγώ -η μόνη που πήρα το όνομά της από μια μεγάλη οικογένεια-, ως μικρή γυναίκα εφόσον δούλευα -πάλευα να βάλω σωστά τον καπνό στη βελόνα-, επιτρεπόταν να ακούω. Τόσες και τόσες ιστορίες, συχνά ειπωμένες και από τη μαμά μου βέβαια, με συντρόφευαν όλα αυτά τα χρόνια. Πολλές φορές με πονούσαν. Άλλοτε μ’ έκαναν να χαίρομαι. Πολλές φορές μου έδιναν δύναμη. Άλλοτε με βάραιναν. Πάντα, όμως, με ταξίδευαν.

Μεγαλώνοντας ένιωθα ότι αυτές οι ιστορίες έπρεπε να ακουστούν παραπέρα. Τόση ζωή, τόσος πόνος έπρεπε να βγουν στο φως. Ειδικά μετά τον θάνατο της γιαγιάς μου αυτό έγινε ανάγκη. Κάποιες φορές αβάσταχτη. Ίσως να ήταν και της Παναΐλας η ανάγκη να ακουστούν και την έφερε στ’ όνειρό μου. Γιατί είδα τη γιαγιά μου στον ύπνο μου – είναι λίγο να το πεις όνειρο. Πάντα στην οικογένεια αυτή με τα όνειρα λέγαμε πολλά. Με παρακινούσε λέει, με προέτρεπε, με έσπρωχνε σχεδόν να κάνω κάτι. Τι; Στην Κατερίνη είδα το όνειρο αυτό πέντε χρόνια πριν. Ξύπνησα αναστατωμένη πολύ και είπα «Πρέπει να τα γράψω». Όλα. Πώς ήρθαν, πώς περιπλανήθηκαν, πώς βασανίστηκαν. Αλλά και πώς χάρηκαν, πώς γλέντησαν! Έζησαν!

Τρία χρόνια μετά, το 2014, άρχισα να γράφω το Σοχούμ. Μες στη νύχτα, όταν τα παιδιά μου, η δική μου πλέον οικογένεια, κοιμούνταν. Μέσα στην ησυχία της νύχτας τους συναντούσα. Και τα ξαναζούσα όλα μαζί τους. Ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη μου που δεν μπορούσε άλλο να αντέξει! Έπρεπε να ακουστεί η ιστορία τους!

Και την επόμενη από τη χρονιά που το ‘γραψα, άρχισε το κύμα μιας νέας προσφυγιάς, όλων αυτών των ανθρώπων που ήρθαν, κολυμπώντας κάποιοι, στη χώρα μας. Κι αυτό το συγκλονιστικό που ζούμε τώρα έδωσε και σε μένα μια άλλη διάσταση αυτού που έγραψα. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται πάλι και πάλι. Ανθρώπων ιστορίες. Ονόματα αλλάζουν μόνο, τόποι και χρονολογίες. Αυτό μας συνταράσσει όλους.

Κι ένα βιβλίο τι μας δίνει τελικά; Μας δένει, μας δίνει πολλές ζωές ενωμένες! Κάποιες στιγμές ζωής. Έτσι και το Σοχούμ!

Γιώτα Ιωαννίδου