Αρχή>ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ
Διαβάστε ένα απόσπασμα

Αλέξανδρος Δουμάς υιός

Αλέξανδρος Δουμάς Υιός
Η Κυρία με τις Καμέλιες (1847)

ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Στις πέντε το πρωί, όταν άρχισε να φέγγει μέσα από τις κουρτίνες, η Μαργαρίτα μού είπε:
«Συγχώρεσέ με που σε διώχνω, αλλά πρέπει. Ο δούκας έρχεται κάθε πρωί· όταν έρθει, θα του πουν ότι κοιμάμαι και θα περιμένει να ξυπνήσω».
Πήρα στα χέρια μου το κεφάλι της Μαργαρίτας, τα λυτά μαλλιά της έπεφταν πάνω της σαν καταρράκτης, και της είπα, δίνοντάς της ένα τελευταίο φιλί:
«Πότε θα σε ξαναδώ;»
«Άκου» μου είπε «πάρε εκείνο το μικρό χρυσό κλειδί που είναι πάνω στο τζάκι και πήγαινε ν’ ανοίξεις αυτή την πόρτα. Φέρε μου πάλι το κλειδί και φύγε. Μέσα στη μέρα, θα λάβεις μια επιστολή και τις διαταγές μου, γιατί ξέρεις ότι πρέπει να υπακούς τυφλά».
«Ναι, κι αν σου ζητούσα κάτι από τώρα;»
«Τι, δηλαδή;»
«Να μου αφήσεις το κλειδί».
«Αυτό που μου ζητάς δεν το έχω κάνει για κανέναν».
«Ε, λοιπόν, κάνε το για μένα, γιατί σου ορκίζομαι ότι εγώ δεν σ’ αγαπώ όπως σ’ αγαπούσαν οι άλλοι».
«Καλά, κράτησέ το, αλλά σε προειδοποιώ ότι από μένα εξαρτάται να μην σου χρησιμεύσει σε τίποτα».
«Γιατί;»
«Μέσα από την πόρτα υπάρχουν σύρτες».
«Άσπλαχνη!»
«Θα πω να τους βγάλουν».
«Μ’ αγαπάς, λοιπόν, λιγάκι;»
«Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά νομίζω πως ναι. Τώρα, όμως, φύγε. Τα μάτια μου κλείνουν από τη νύστα».
Μείναμε λίγο ακόμα αγκαλιασμένοι κι ύστερα έφυγα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι, η μεγάλη πολιτεία κοιμόταν ακόμα, μια ευχάριστη δροσιά ξεχυνόταν στις γειτονιές, που λίγες ώρες αργότερα θα πλημμύριζαν από τη βοή των ανθρώπων.
Μου φάνηκε ότι αυτή η κοιμισμένη πόλη μού ανήκε· έψαχνα στη μνήμη μου τα ονόματα ανθρώπων, την ευτυχία των οποίων ζήλευα ως τότε· και δεν θυμόμουν ούτε έναν που να μην τον έβρισκα λιγότερο ευτυχισμένο από μένα.
Να σ’ αγαπήσει μια αγνή κοπέλα, να τη μυήσεις εσύ πρώτος στο παράξενο μυστήριο του έρωτα, είναι βέβαια μεγάλη ευτυχία, αλλά είναι και το απλούστερο πράγμα του κόσμου. Όταν εκπορθείς μια καρδιά άμαθη στις επιθέσεις, είναι σαν να μπαίνεις σε μια ανοιχτή και ανοχύρωτη πόλη. Η αγωγή, το αίσθημα του καθήκοντος και η οικογένεια είναι πολύ ισχυροί φύλακες· αλλά δεν υπάρχουν φύλακες τόσο άγρυπνοι, ώστε να μην τους ξεγελάει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, στο οποίο η φύση δίνει, με τη φωνή του άνδρα που αγαπάει, τις πρώτες ερωτικές συμβουλές, που όσο πιο αγνές φαίνονται, τόσο πιο φλογερές είναι.
Όσο περισσότερο η νεαρή κοπέλα πιστεύει στο καλό, τόσο πιο εύκολα εγκαταλείπεται, ίσως όχι στον εραστή μα στον έρωτα, γιατί, καθώς δεν είναι δύσπιστη, είναι αδύναμη· και το ν’ αγαπηθείς απ’ αυτήν είναι ένας θρίαμβος που οποιοσδήποτε άνδρας είκοσι πέντε χρονών θα μπορέσει να τον προσφέρει στον εαυτό του όποτε το θελήσει. Και τόσο αλήθεια είναι αυτό, που δείτε πώς περιβάλλουν τις νεαρές κοπέλες με επιτήρηση και τείχη! Τα μοναστήρια δεν έχουν τοίχους αρκετά ψηλούς ούτε οι μοναχές κλειδαριές αρκετά γερές ούτε η θρησκεία καθήκοντα αδιάλειπτα για να κρατούν όλα αυτά τα γοητευτικά πουλιά στο κλουβί τους, μέσα στο οποίο οι άλλοι δεν κάνουν τον κόπο να ρίξουν ούτε ένα λουλούδι. Πόστερ του Alfons Mucha για τη θεατρική παράσταση με τη Sarah Bernhardt
Γι’ αυτό και πόσο οι κοπέλες θα πρέπει να επιθυμούν τον κόσμο που τους κρύβουν, πόσο θα πρέπει να πιστεύουν ότι είναι γεμάτος πειρασμούς, πώς θα πρέπει να ακούνε την πρώτη φωνή που έρχεται, μέσα από τα κάγκελα, να τους πει τα μυστικά, και πόσο θα πρέπει να ευγνωμονούν το χέρι που σηκώνει πρώτο μια άκρη του μυστηριώδους πέπλου.
Αλλά ο πραγματικός έρωτας μιας εταίρας είναι μια νίκη πολύ πιο δύσκολη. Σ’ αυτές, το σώμα έχει φθείρει την ψυχή, οι αισθήσεις έχουν κάψει την καρδιά, η ασωτία έχει θωρακίσει τα αισθήματα. Τα λόγια που τους λες τα ξέρουν από καιρό· τα μέσα που χρησιμοποιείς τα γνωρίζουν, κι ακόμα και τον έρωτα που εμπνέουν τον έχουν πουλήσει. Ερωτεύονται κατ’ επάγγελμα, όχι από αυθορμητισμό. Οι υπολογισμοί τους τις φυλάνε καλύτερα απ’ όσο φυλάει μια παρθένα η μητέρα της ή το μοναστήρι· γι’ αυτό σκαρφίστηκαν τη λέξη καπρίτσιο για τους μη αργυρώνητους έρωτες που προσφέρουν πότε πότε στον εαυτό τους σαν ανάπαυλα, σαν δικαιολογία ή σαν παρηγοριά· μοιάζουν με τους τοκογλύφους που γδέρνουν χίλιους ανθρώπους και πιστεύουν ότι εξιλεώνονται δανείζοντας μια μέρα είκοσι φράγκα σε κάποιον φουκαρά που πεθαίνει της πείνας, χωρίς να απαιτήσουν τόκους και να ζητήσουν απόδειξη.
Κι ύστερα, όταν ο Θεός επιτρέψει τον έρωτα σε μια εταίρα, ο έρωτας αυτός, που μοιάζει στην αρχή σαν συγχώρηση, γίνεται σχεδόν πάντα γι’ αυτήν τιμωρία. Δεν υπάρχει άφεση αμαρτιών χωρίς μεταμέλεια. Όταν μια κοινή γυναίκα που κατακρίνει τον εαυτό της για όλο της το παρελθόν, νιώθει ξαφνικά να τη συνεπαίρνει ένας έρωτας βαθύς, ειλικρινής, ακαταμάχητος, για τον οποίο ποτέ δεν θα πίστευε ότι ήταν ικανή· όταν ομολογεί αυτόν τον έρωτα, πόσο την εξουσιάζει τότε ο αγαπημένος άνδρας! Πόσο δυνατός νιώθει χάρη σ’ αυτό το σκληρό δικαίωμα που έχει να της πει: «Τι παραπάνω κάνετε για τον έρωτα, που δεν το έχετε κάνει για το χρήμα».
Τότε, αυτές οι γυναίκες δεν ξέρουν ποιες αποδείξεις να δώσουν. Ένα παιδί, λέει το παραμύθι, αφού είχε διασκεδάσει πολλές φορές φωνάζοντας μες στα χωράφια: «Βοήθεια!» για να τρομάξει τους εργάτες, μια μέρα το καταβρόχθισε πραγματικά μια αρκούδα, επειδή εκείνοι που είχε επανειλημμένως ξεγελάσει δεν πίστεψαν αυτή τη φορά στις αληθινές φωνές του. Το ίδιο γίνεται και μ’ αυτές τις δυστυχισμένες κοκότες, όταν αγαπούν στα σοβαρά. Έχουν πει ψέματα τόσες φορές, που κανείς πια δεν θέλει να τις πιστέψει και, μέσα στις τύψεις που τις βασανίζουν, ο έρωτάς τους γίνεται ένα μαρτύριο.
Εξού και τα παραδείγματα μεγάλης αυταπάρνησης, ευσέβειας και ασκητικής απόσυρσης που έχουν δώσει κάποιες από αυτές.
Όταν, όμως, ο άνδρας που εμπνέει αυτόν τον λυτρωτικό έρωτα έχει μια ψυχή αρκετά γενναιόδωρη για να τον δεχτεί χωρίς να θυμάται το παρελθόν, όταν παραδίνεται σ’ αυτόν τον έρωτα, με δυο λόγια, όταν αγαπάει όπως αγαπιέται, τότε αυτός ο άνδρας εξαντλεί μονομιάς όλες τις γήινες συγκινήσεις και μετά απ’ αυτόν τον έρωτα η καρδιά του θα είναι κλειστή σε κάθε άλλον.
Αυτές τις σκέψεις δεν τις έκανα εκείνο το πρωινό, επιστρέφοντας στο σπίτι μου. Τότε, δεν θα μπορούσαν να είναι παρά ένα προαίσθημα όσων θα ακολουθούσαν και, παρά τον έρωτά μου για τη Μαργαρίτα, δεν διέβλεπα παρόμοιες συνέπειες· τις κάνω σήμερα. Τώρα που όλα έχουν τελειώσει αμετάκλητα, απορρέουν αβίαστα απ’ όσα συνέβησαν.
[...]

Μετάφραση: Ασπασία Παπαναστασίου
Από το βιβλίο amour - Ερωτική ανθολογία, επιμέλεια Έφη Κορομηλά.