Αρχή>ΒΙΒΛΙΑ>ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ISBN: 978-618-536941-5
σελίδες: 208
διαστάσεις: 14 x 20,514 εκ.
τιμή: €13,90   € 12,50 (με ΦΠΑ)
Καλάθι αγορών (0 βιβλία)
Η αλεπού και ο δρ Σιμαμούρα

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου

Το καλοκαίρι του 1891, ο νεαρός γιατρός Σιμαμούρα περιπλανιέται στα χωριά της ιαπωνικής υπαίθρου για να εξετάσει γυναίκες που φημολογείται ότι έχουν καταληφθεί από πνεύμα αλεπούς. Οξυδερκής και φιλομαθής –αλλά και φιλόδοξος–, ο Σιμαμούρα αμφισβητεί αυτή την παραδοσιακή ιαπωνική πρόληψη, μέχρι που συναντάει την Κίγιο και βλέπει κάτω από το δέρμα της να κινείται μια μορφή που μοιάζει με αλεπού.

Η ιαπωνική κυβέρνηση, στα τέλη του 19ου αιώνα, πρόθυμη πια να ανοιχτεί στον κόσμο, στέλνει τον Σιμαμούρα με υποτροφία στο Παρίσι, στο Βερολίνο και στη Βιέννη για να έρθει σε επαφή με τις πρωτοποριακές ιδέες της Δύσης και με τους γιατρούς που εκείνη την εποχή θεμελιώνουν τις επιστήμες της νευρολογίας και της ψυχιατρικής: Σαρκό, Τουρέτ, Μπρόιερ, Φρόιντ. Τι αναδεικνύεται μέσα από τη συνεργασία αλλά και τις συγκρούσεις των επιστημόνων, από τη συνάντηση αλλά και τις αντιφάσεις των δύο κόσμων; Τι στοιχειώνει τον Σιμαμούρα μετά την επιστροφή του στην πατρίδα; Και ποιο ρόλο παίζουν στη ζωή του οι τέσσερις γυναίκες που ζουν μαζί του;

Μια παράδοξη ιστορία, γραμμένη με διεισδυτική ματιά, διακριτική ειρωνεία και λεπτό χιούμορ, που εξερευνά τα όρια Ανατολής και Δύσης, θρησκείας και επιστήμης, λογικής και δεισιδαιμονίας, μνήμης και βιώματος.

 

Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο


Ο χειμώνας έφτανε στο τέλος του και ο πυρετός, πιστός στο ραντεβού του, άρχισε να ανεβαίνει. Γι’ αυτό και ο Σιμαμούρα Σουνίτσι, ομότιμος καθηγητής Νευρολογίας του Νομαρχιακού Πανεπιστημίου Ιατρικής του Κιότο, βάλθηκε πάλι να αναστοχάζεται το νόημα της ζωής. Η γερμανική γλώσσα, που του φαινόταν πιο ενδεδειγμένη από τη μητρική του προς τον σκοπό αυτό, σχημάτιζε περίπλοκες φόρμες και χίμαιρες στο φλογισμένο μυαλό του.
Ο δόκτωρ Σιμαμούρα έπασχε από φυματίωση. Μπορεί να έπασχε και από κάτι άλλο, για το οποίο εδώ και τόσα χρόνια δεν είχε καταφέρει να βρει την κατάλληλη λέξη ούτε στα γερμανικά ούτε στα ιαπωνικά ούτε στα κινέζικα — ούτε καν στα κορακίστικα της Ιατρικής. Έτσι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1922, κλεισμένος στο σπίτι του στην Καμεόκα, καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα ανάμεσα στο γραφείο του και στη φτέρη, που ήταν φυτεμένη σε ένα μικρό, τεχνητά παλαιωμένο κασπό, και κοίταζε ασάλευτος το παράθυρο μπροστά του. Το όψιμο χειμωνιάτικο φως, ή ίσως το πρώιμο φως της άνοιξης, έβαφε κιτρινωπό το χαρτί του παραθύρου. Μπορεί σε λίγο ο πυρετός να ανέβαινε κι άλλο, προκαλώντας του πλήρη πνευματική σύγχυση. Προτού συμβεί αυτό, σκέφτηκε ο Σιμαμούρα, καλό θα ήταν να έχει ήδη πλαγιάσει, αλλά όχι πολύ προτού συμβεί, διότι δεν γίνεται να πλαγιάζεις όλη την ώρα προληπτικά.
Επεξεργαζόταν εδώ και καιρό, χρόνια ολόκληρα, μια μελέτη ή μονογραφία ή άρθρο στον τομέα της νευρολογίας ή της ψυχολογίας ή της πειραματικής ψυχολογίας της μνήμης. Ταξινομούσε νοερά, ενίοτε και γραπτά, αλλά αυτό πολύ πιο σπάνια, κεφάλαια ή αποσπάσματα που προορίζονταν γι’ αυτό το κείμενο, δίχως να μπορεί να αποφασίσει ούτε το είδος ούτε την έκτασή του. Το είχε βαφτίσει Διαζευκτικό Πόνημα. Ούτε τη μεθοδολογία είχε αποφασίσει με βεβαιότητα. Πολύ θα ήθελε να μετρήσει με γαλβανόμετρο τα εγκεφαλικά κύματα που παράγουν τη μνήμη — και δη τα δικά του. Ή έστω να τα συστηματοποιήσει. Μόνο που ο Σιμαμούρα δεν διέθετε γαλβανόμετρο, τα γαλβανόμετρα αδυνατούν να μετρήσουν τη μνήμη και επιπλέον η μνήμη δεν έχει τίποτα το συστηματικό — τουλάχιστον όχι η μνήμη του Σιμαμούρα Σουνίτσι. Στο κάτω κάτω δεν ήθελε να μαθαίνει απ’ έξω τυχαίες συλλαβές και μετά να τις παπαγαλίζει παριστάνοντας τον καμπόσο, όπως έκανε ο μακαρίτης ο δόκτωρ Έμπινγκχαους στο Χάλε. Ο Σιμαμούρα ήθελε να γράψει ένα μεγάλο και σημαντικό κείμενο σχετικά με ένα μεγάλο και σημαντικό πρόβλημα. Ήταν σίγουρος ότι θα πέθαινε πολύ πριν πάρει μορφή όλο αυτό, πράγμα που του πρόσφερε μια κάποια παρηγοριά. Επιπλέον, το Διαζευκτικό Πόνημα του έδινε μια δικαιολογία να θυμάται κάθε μέρα το ένα και το άλλο, ενίοτε και το αντίθετό τους.
Ο Σιμαμούρα ένιωσε ένα ρίγος. Με έμπειρες κινήσεις ρύθμισε τη στάση του άρρωστου κορμιού του πάνω στην ψάθινη πολυθρόνα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην αρχίσει να τρίζει σε περίπτωση που τον έπιανε τρέμουλο. Πάνω από το κιμονό του φορούσε μια φθαρμένη καφεκόκκινη ρόμπα με μικρά fleurs de lis, κομψά κεντητά κρινάκια, ένα ζεστό, βαρύ ρούχο με χοντρά μανίκια που πατίκωναν και τσαλάκωναν τα μανίκια του κιμονό γύρω από τα ισχνά μπράτσα του. Κάθε φορά αποφάσιζε πως εφεξής θα φορούσε το κιμονό πάνω από τη ρόμπα, όχι κάτω, πράγμα που θα έλυνε αυτό το δυσάρεστο πρόβλημα, όμως ποτέ δεν το έκανε.
Η συγκεκριμένη ρόμπα ήταν ένα μισητό αντικείμενο, το οποίο ο Σιμαμούρα αδυνατούσε να αποχωριστεί. Την είχε βρει σε ένα αριστοκρατικό μαγαζί στην Παρίζερ Πλατς του Βερολίνου. Σύντομα θα έκλειναν σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που την αγόρασε ύστερα από μια καλοκαιρινή μπόρα, υπό συνθήκες ζέστης και υγρασίας απαγορευτικές για ένα τόσο ζεστό ρούχο· την είχε αγοράσει από ματαιοδοξία, καθώς στα νιάτα του θεωρούσε εαυτόν ήδη ώριμο και σοφό, κοντολογίς άξιο να φοράει μια τέτοια παππουδίστικη robe de chambre, ίσως όμως να την είχε αγοράσει και ως κίνητρο να αναπτυχθεί πνευματικά και να τη γεμίσει με το μεγαλείο του, αλλά πάνω απ’ όλα την είχε αγοράσει από πείσμα: επειδή παραήταν ακριβή για έναν νεαρό αυτοκρατορικό υπότροφο σαν και του λόγου του. Όποτε μεταφερόταν νοερά στην εποχή του Βερολίνου, ο Σιμαμούρα θυμόταν να έχει πυρετό, ήδη από τότε.
Τράβηξε το αριστερό μανίκι του κιμονό, ώσπου μέσα από το μανίκι της παμπάλαιας ρόμπας ξεπρόβαλε μια γωνίτσα μπεζ κανναβάτσο. Το χρώμα θύμιζε το χαρτί του παραθύρου. Ο Σιμαμούρα θυμήθηκε έναν χορό μεταμφιεσμένων στη Βιέννη, όπου είχε ντυθεί Κατά Φαντασίαν Ασθενής του Μολιέρου και για τις ανάγκες της μεταμφίεσης είχε φορέσει την, ολοκαίνουργια τότε, ρόμπα, συνδυάζοντάς τη με μια σκούφια ύπνου, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως ήταν γυναικεία. Όλη νύχτα, όλο και πιο μεθυσμένος, περιέφερε μαζί του ένα αξεσουάρ που είχε δανειστεί από το φρενοκομείο του Μπρίντλφελντ, έναν τρεμογράφο μέσα σε μια θήκη από ιμιτασιόν δέρμα φιδιού. Διάφορες κοπέλες —για τις οποίες δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη εάν ήταν κα­θωσ­πρέπει ή του πεζοδρομίου— χάιδευαν αυτή τη θήκη και έπειτα τη ρόμπα, τη σκούφια και τον ίδιο τον Σιμαμούρα. Έτσι είχε σπαταλήσει μια ολόκληρη αποκριάτικη νύχτα στη Βιέννη, σε μια αίθουσα γεμάτη παλιατζούρες και πολύχρωμες σερπαντίνες. Μπορεί να είχε προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όποτε κάποιο στομάχι ή ζουρλομανδύας άρχιζε να διαμαρτύρεται από το πολύ βαλς· μπορεί και όχι. Ποιος να τον είχε καλέσει άραγε; Όποιος κι αν ήταν, πρέπει να απογοητεύτηκε οικτρά από τον Σιμαμούρα· ήδη από την εποχή που διατελούσε αυτοκρατορικός υπότροφος, ο δόκτωρ Σιμαμούρα δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικός άνθρωπος.
Τις κοπέλες, εντούτοις, με τα πολύχρωμα, κοντά φορεματάκια, τις είχε κάνει σίγουρα ευτυχισμένες. Τις γυναίκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, τις έκανε πάντα ευτυχισμένες. Είχαν αδυναμία στον Σιμαμούρα Σουνίτσι. Αυτό ήταν ένα ολόκληρο, ξεχωριστό κεφάλαιο στις αναμνήσεις του. Βέβαια η «αδυναμία» δεν ήταν η καταλληλότερη λέξη, όπως δεν ήταν ούτε η «ευτυχία». Ο Σιμαμούρα έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου ένα από τα σχεδόν άγραφα σημειωματάριά του και το έχωσε στην τσέπη της ρόμπας του, κοντά στα μυξομάντιλα και το μπουκαλάκι με την κάμφορα.

Ο δόκτωρ Σιμαμούρα είχε τέσσερις γυναίκες να τον φροντίζουν: τη Σατσίκο, τη γυναίκα του, τη Γιουκίκο, τη μητέρα της, τη Χανάκο, τη δική του μητέρα, καθώς και μια υπηρέτρια, που ενίοτε την αποκαλούσε Άννα, αλλά συνήθως Λουίζε. Αυτή την τελευταία την είχε πάρει μαζί του από το φρενοκομείο του Κιότο όταν συνταξιοδοτήθηκε, έτσι, για ενθύμιο, αλλά κι επειδή κανένας δεν ήξερε αν επρόκειτο για ασθενή ή για νοσοκόμα και κανένας δεν θυμόταν πώς την έλεγαν. Ο Σιμαμούρα την είχε λυπηθεί. Ως διευθυντής της κλινικής είχε τη φήμη ανθρώπου καλού και συμπονετικού, που πάντα φρόντιζε να μην τραυματίζεται κανένας, να μην υποφέρει κανένας ολομόναχος, αλλά και κανένας να μην πονάει υπέρμετρα όταν τον εξέταζαν. Είχε ζητήσει να προσληφθούν νοσοκόμες στην ανδρική πτέρυγα, διότι είχαν καταπραϋντική επίδραση στους ασθενείς· α, και δεν ήταν ποτέ σφιχτοχέρης με τα υπνωτικά. Επίσης, είχε βάλει έναν στρωματοποιό να του φτιάξει χοντρά στρώματα, για να επενδύσει μ’ αυτά τους τοίχους στους θαλάμους των ασθενών που βρίσκονταν σε παροξυσμό. Εκείνα τα ειδικά στρώματα που είχε επινοήσει ο Σιμαμούρα μνημονεύτηκαν πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στην τελετή της αποχώρησής του, πράγμα που, όσο να πεις, ήταν κάπως απογοητευτικό, ύστερα από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης.
Απομονωμένος στην Καμεόκα, όπου «δεν μπλεκόταν στα πόδια κανενός», όπως το έθετε ο ίδιος, και όπου εδώ και κάποια χρόνια περίμενε απλώς τον θάνατο, είχε βάλει να του φτιάξουν δύο συμπαγείς τοίχους, που χώριζαν το δωμάτιό του από το υπόλοιπο σπίτι, χρησιμοποιώντας μερικά τέτοια στρώματα, μαζί με γύψο, ξύλο και λίγη πέτρα. Σε έναν από αυτούς τους τοίχους υπήρχε μια πόρτα ευρωπαϊκού τύπου με μπρούτζινο πόμολο. Σύμφωνα με τους μάστορες που είχαν υλοποιήσει το σχέδιο του Σιμαμούρα, η όλη κατασκευή έθετε σε κίνδυνο τη στατικότητα του κτιρίου. Επίσης, δεν κατάφερνε να κρατήσει τις τέσσερις γυναίκες μακριά του. Την ώρα που εκείνος καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα του γραφείου του και κοίταζε το παράθυρο, οι φωνές τους ακούγονταν από τέσσερα διαφορετικά σημεία του σπιτιού· και σύντομα τρεις από δαύτες θα εισέβαλλαν στο δωμάτιο για να τον περιποιηθούν.
Η Χανάκο και η Γιουκίκο είχαν πατήσει προ πολλού τα ογδόντα. Η Χανάκο ήταν ασθενική και μακρόστενη, σαν τον γιο της. Η Γιουκίκο, που έμοιαζε με μαλακό μπαλάκι, αντιμετώπιζε τη ζωή με πιο χαλαρή διάθεση. Από τα τόσα χρόνια που φρόντιζαν μαζί τον δόκτορα του σπιτιού, οι φωνές τους είχαν αρχίσει να μοιάζουν τόσο πολύ, που καμιά φορά ο Σιμαμούρα δεν ήξερε ποια από τις δύο σιγοψιθύριζε πίσω από την πόρτα. Στα όνειρά του συγχωνεύονταν συχνά σε μια μητρική φιγούρα, που μάκραινε και κόνταινε εναλλάξ, σαν το τζίνι του λυχναριού. Η Γιουκίκο πήγαινε κάθε τόσο στον ναό, όπου άφηνε τον οβολό της κι έπειτα επέστρεφε με ανανεωμένη διάθεση. Η Χανάκο διάβαζε μοντέρνα μυθιστορήματα, που ήταν όλα γραμμένα από γυναίκες και πραγματεύονταν διάφορα οικογενειακά προβλήματα, αλλά πάντα με τη μέγιστη διακριτικότητα. Είχαν χηρέψει και οι δύο πριν από πολλά χρόνια. Τι ακριβώς ένιωθαν η μία για την άλλη, μίσος, αγάπη, αλληλεγγύη, ανταγωνισμό ή και απολύτως τίποτα πέρα από την αόριστη, οικεία απαρέσκεια που γεννιέται από κάθε μακροχρόνια ανθρώπινη συνύπαρξη, ο Σιμαμούρα δεν το γνώριζε. Η ασθένειά του ήταν ο ήλιος γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν η Χανάκο και η Γιουκίκο, ήταν το άστρο που τις ζέσταινε. Κάπως έτσι το είχε περιγράψει κάποτε μία από τις δύο — κι έτσι ο Σιμαμούρα τις μισούσε αμφότερες.
Με τη Σατσίκο ήταν παντρεμένοι τριάντα ένα χρόνια. Στεκόταν σαν σκιά ανάμεσα στις δύο μανάδες, διακριτική, σεμνή και αγέρωχη. Τα ρούχα της ήταν πάντα ανοιχτόχρωμα, ακόμα και τα χειμωνιάτικα, και σιδερωμένα στην εντέλεια, με άψογες τσακίσεις στα σωστά σημεία. Όταν ο Σιμαμούρα έψαχνε επίθετα για να περιγράψει τη σύζυγό του, τα πρώτα που του έρχονταν στο μυαλό ήταν «πρισματική» και «κρυσταλλική». Ανόργανη χημεία. Η Σατσίκο είχε ανοσία στην ιδιαίτερη έλξη που ασκούσε ο δόκτωρ Σιμαμούρα στις γυναίκες. Πρέπει να διέθετε τεράστιο ψυχικό σθένος, κάτι όχι απαραιτήτως ευχάριστο.
Η Χανάκο τού έφερε φαγητό και η Γιουκίκο τσάι. Η Σατσίκο είχε τρυπώσει πριν από εκείνες στο δωμάτιο και τις επέβλεπε, ενώ στη συνέχεια παρακολούθησε τον άντρα της να πίνει, να τρώει, να βήχει και να ετοιμάζει μια ένεση σκοπολαμίνης, την οποία θα απολάμβανε μετά από τρεις ολόκληρες μέρες εγκράτειας. Η Χανάκο και η Γιουκίκο μάζεψαν τα σερβίτσια. Η Σατσίκο πηγαινοερχόταν αθόρυβα μέσα στο δωμάτιο. Η Άννα ή Λουίζε παρέμενε κρυμμένη πίσω από την πόρτα και έπαιρνε ό,τι της έδιναν, φλιτζάνια, πιατικά, ένα λερωμένο μυξομάντιλο. Παρότι ο Σιμαμούρα είχε φάει ρυζοκεφτέδες με λαχανικά τουρσί, ελλείψει άλλης έμπνευσης, επανέλαβε για πολλοστή φορά εκείνο το παλιό γερμανικό αστειάκι που έλεγαν οι γιατροί για τη σούπα του αρρώστου: Πρέπει να είναι σαν νεαρή κοπέλα — καυτή στο άγγιγμα και καθάρια στην όψη. Μεταφρασμένο στα ιαπωνικά, το αστείο ακούστηκε γελοίο και πρόστυχο. Η Σατσίκο —ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε— έριξε μια ανήσυχη ματιά στην ένεση σκοπολαμίνης στο χέρι του.
Η σκοπολαμίνη πράγματι ενίσχυε τις σεξουαλικές σκέψεις. Στη νευρολογική πρακτική μπορεί να ήταν κάπως δυσάρεστη αυτή η παρενέργεια, αλλά στην ιδιωτική χρήση δεν τον ενοχλούσε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς, ο Σιμαμούρα είχε πάψει να εμπιστεύεται το μυαλό του. Επομένως, ας έκανε όσες ερωτικές σκέψεις ήθελε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν οι τέσσερις γυναίκες. Φάνταζαν στα μάτια του σαν τα κομμάτια του τάνγκραμ —μεγάλο τρίγωνο, μικρό τρίγωνο, τετράγωνο και ρόμβος—, που συνδυάζονταν διαρκώς σε νέα σχήματα, σε ένα αέναο, ανόητο παιχνίδι. «Άντε, πηγαίνετε να διασκεδάσετε», είπε ο Σιμαμούρα. «Πηγαίνετε να δείτε αν ήρθε η άνοιξη. Και κόψτε, να χαρείτε, τον Φλεβάρη από το ημερολόγιο».
Οι γυναίκες έφυγαν. Μόνο το κορίτσι, η Άννα ή Λουίζε, εξακολουθούσε να κάνει δουλειές έξω από την πόρτα του. Ο Σιμαμούρα άκουγε τα μικρά, σιγανά βήματά της. Τα πέλματά της είχαν ελαφριά κλίση προς τα έξω, που έκανε την περπατησιά της να μοιάζει με πάπιας, λόγω κάποιου ορθοπεδικού ελαττώματος στους γοφούς. Είχε πολλά ελαττώματα η Άννα ή Λουίζε, όμως ο Σιμαμούρα δεν κατάφερνε να εντοπίσει ποιο ήταν το κυριότερο. Κάθε πρωί τού έφερνε νερό στο κρεβάτι, μια ολόκληρη καρδάρα. Ο Σιμαμούρα δεν ήξερε ούτε ποιος της είχε δώσει αυτή την εντολή ούτε τι να το κάνει τόσο νερό ούτε αν η Λουίζε είχε παρεξηγήσει την εντολή και, αντί για τον εισπνευστήρα του, του κουβαλούσε καθημερινά αυτή την ηλίθια καρδάρα. Έπαιρνε το νερό από τα χέρια της με ένα ξινισμένο χαμόγελο και η Άννα-Λουίζε έκανε μια βαθιά υπόκλιση και αποχωρούσε. Κατά καιρούς τού καρφωνόταν στο μυαλό πως η υπηρέτρια το έσκαγε κάθε τόσο και πήγαινε κάπου απόμερα —στο αποχωρητήριο ή στο ύπαιθρο, σε κάποιον αγρό—, για να ενδώσει στην παράνοιά της, σε μια παράφορη, πανίσχυρη, ίσως και λίγο φιλήδονη τρέλα απροσδιόριστης αιτιολογίας, που είχε μείνει αθεράπευτη τουλάχιστον από την εποχή του Κιότο. Τη φανταζόταν να τρέχει φρενιασμένα επί δέκα λεπτά ή μία ολόκληρη ώρα και μετά να επιστρέφει με μικρά, παπίσια βήματα, σαν καλό κορίτσι, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, με μόνη ένδειξη ένα ανεπαίσθητο ίχνος ικανοποίησης στο βουκολικό της πρόσωπο. Ο Σιμαμούρα πίστευε πως, αν την έπιανε έστω και μία φορά επ’ αυτοφώρω σε ένα από αυτά τα ξεσπάσματα, ίσως κατάφερνε να τη γιατρέψει και μετά η κοπέλα θα ήταν ελεύθερη να ζήσει μια υγιή ζωή σαν φυσιολογική γυναίκα, αντί να φυτοζωεί εκεί πέρα.
Πόσο θα ’θελα να γκρεμίσω αυτούς τους ηλίθιους τοίχους, σκέφτηκε ο Σιμαμούρα. Πόσο θα ’θελα να πεθάνω σε ένα φυσιολογικό σπίτι. Μετά έκανε την ένεση της σκοπολαμίνης στον μηρό του και πήγε να ξαπλώσει.
Εκείνο το απόγευμα ο Σιμαμούρα Σουνίτσι δεν έκανε ούτε μία άσεμνη σκέψη. Ο εγκέφαλός του απλώς επαναλάμβανε αδιάκοπα τις λέξεις ημερολόγιο, ημερολόγιο και Φλεβάρης, Φλεβάρης και ξανά ημερολόγιο, ημερολόγιο. Μετά έθετε ερωτήσεις: Πού να πήγε το γραμμόφωνο, πού χάθηκε ο εισπνευστήρας μου, πού κρύφτηκε η γερμανική έκδοση του Σαρκό και γιατί η γαλλική του έκδοση καλύπτει ράφια ολόκληρα στη βιβλιοθήκη, τη στιγμή που κανένας εδώ δεν μιλάει γρι γαλλικά; Και πού να πήγαν τα καλά μου ρούχα; Και τα ευρωπαϊκά και τα γιαπωνέζικα. Μήπως τα έκαψαν οι γυναίκες στη σόμπα, κρίνοντας ότι δεν τα χρειάζομαι πια; Και πού είναι η κληρονομιά του πατέρα μου, εκείνες οι δευτεροκλασάτες καλλιγραφίες ενός δευτεροκλασάτου καλλιγράφου με τις βαρύγδουπες, λακωνικές και απολύτως ανεφάρμοστες συμβουλές ζωής; Δεν υπάρχει πια τίποτα απ’ όλα αυτά, είπε ο Σιμαμούρα στον εγκέφαλό του, ηρέμησε τώρα. Και τότε εί­δε μπροστά στα μάτια του τις καλλιγραφίες του πατέρα του, αλλά δεν μπορούσε να τις διαβάσει, διότι ήταν μόλις εφτά χρονών.
«Όταν ήμουν μικρός», είπε ο Σιμαμούρα στα γερμανικά. Βόγκηξε — μία φορά κι άλλη μία. Ένιωσε τον αέρα να μπαινοβγαίνει στα πνευμόνια του. Ήταν ευχάριστη αίσθηση. Η ένεση του έκανε καλό. Προκειμένου να ηρεμήσει τους βρόγχους του, δεν είχε κανένα πρόβλημα να ξαναγίνει εφτά χρονών και να κοιτάζει με απλανές βλέμμα πελώρια, ακατανόητα γράμματα, που έμοιαζαν να τον επιπλήττουν, ενώ εκείνος ένιωθε τελείως ανυπεράσπιστος μπροστά τους. Ή να είναι πάλι πέντε χρονών και δυο μητρικά χέρια να του καθαρίζουν τα αυτιά στη διάρκεια ενός ατελείωτου, ολόχρυσου καλοκαιριού με έναν ολόχρυσο ήλιο, που έβαφε τα δάχτυλά του κατακόκκινα όταν σκέπαζε τα μάτια του με τα χέρια του. Ανεχόταν επίσης πρόθυμα τα τζιτζίκια, τα πνεύματα και τους ανεμόμυλους, τα πνεύματα των ανεμόμυλων, αλλά και τα πνεύματα που ζούσαν στο αποχωρητήριο και εποφθαλμιούσαν τον γυμνό πισινό του μικρού Σουνίτσι, τον οποίο περιέφερε σε δημόσια θέα, διότι η χώρα του είχε ξεμείνει στην εποχή των σπηλαίων. Ουφ, είπε ο Σιμαμούρα, επιτρέποντας στην ανάμνηση της ωτογλυφίδας να ξυπνήσει μέσα του παλιά συναισθήματα, λες και κάτι τρύπωνε στο κεφάλι του και έβαζε μια τάξη στις μπερδεμένες σκέψεις του.
Ο Σιμαμούρα έστρεψε το βλέμμα στο ταβάνι.
Οι γυναίκες. Οι γυναίκες. Οι γυναίκες;
Ούτε μία πρόστυχη σκέψη δεν ερχόταν να τον βοηθήσει.
Οι γυναίκες κι εγώ. Πώς ακριβώς συνέβη όλο αυτό;
Πνεύμα αλεπούς, είπε ο Σιμαμούρα Σουνίτσι στα γερμανικά, με βαριά βιεννέζικη προφορά, καθώς στη Βιέννη ήταν που είχε χρησιμοποιήσει πρώτη φορά τη συγκεκριμένη φράση στη συγκεκριμένη γλώσσα.
Έβγαλε το σιγανό, πονηρό γελάκι που πάντα συνόδευε αυτές τις λέξεις. Και μετά αποκοιμήθηκε.

 

Σχόλια
 

Δεν υπάρχουν σχόλια.


Γράψε ένα σχόλιο
Πρέπει να κάνετε login ή να εγγραφείτε για να μπορέσετε να στείλετε σχόλια.