Αρχή>ΒΙΒΛΙΑ>ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ISBN: 978-618-5048-35-8
σελίδες: 160
διαστάσεις: 14 x 20,5 εκ.
τιμή: €9,80   € 8,80 (με ΦΠΑ)
Καλάθι αγορών (0 βιβλία)
Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας

Μετάφραση Ηλίας Παπαζαχαρίας

«Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας βασίζεται σε μία υπόθεση: οι δημοκρατίες αποτυγχάνουν, κι εμείς πρέπει να ανακτήσουμε τον έλεγχο του μέλλοντός μας. Έχω να προτείνω πέντε συγκεκριμένα μέτρα που θα μας επιτρέψουν να το επιτύχουμε, αν και ο πραγματικός μου σκοπός είναι να ξεκινήσω έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με το πώς μπορούμε να μεταρρυθμίσουμε το πολιτικό μας σύστημα».
– MANUEL ARRIAGA

Κάθε τέσσερα χρόνια εξουσιοδοτούμε κάποιους να λαμβάνουν όλες τις σοβαρές αποφάσεις για λογαριασμό μας. Και, αν δεν ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μας, την επόμενη φορά μπορούμε να ψηφίσουμε άλλους. Γιατί, λοιπόν, υπάρχει στις δημοκρατίες μας τέτοια αγανάκτηση με τους πολιτικούς και τό­σο γενικευμένη απογοήτευση με το «σύστημα»; O Αριάγκα διερευνά τις αιτίες της διαφθοράς και του λαϊκισμού, αλλά και τη διαρκή αποτυχία του πολιτικού συστήματος να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον. Τονίζει τη σημασία της κριτικής και εμπεριστατωμένης σκέψης στον δημόσιο διάλογο, σε αντίθεση με τον συνθηματικό λόγο των πολιτικών και των ΜΜΕ, που απευθύνεται όχι στη λογική αλλά στο θυμικό μας. Αντλώντας στοιχεία από τις κοινωνικές επιστήμες αλλά και από τη διεθνή εμπειρία, προτείνει την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος με συγκεκριμένα μέτρα που, μεταξύ άλ­λων, περιλαμβάνουν συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις, μέσω ενός νέου νομικού και πολιτικού πλαισίου.

Είναι όμως ρεαλιστικό να συμμετέχουμε περισσότεροι και συχνότερα στις πολιτικές αποφάσεις; Ο Αριάγκα απαντάει καταφατικά και καταθέτει διαφωτιστικά παραδείγματα από το Όρεγκον των ΗΠΑ και τον Καναδά, όπου την τελευταία δεκαετία εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία η «διαβούλευση των πολιτών». Πρόκειται άλλωστε για μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα, αλλά δεν υιοθετήθηκε από τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Έγραψαν

Βατό και ενδιαφέρον ξεχειλίζει από ιδέες για την επανεφεύρεση της πολιτικής στον 21ο αιώνα.
Peter Geoghegan, συντάκτης του περιοδικού Political Insight

Ένα ειλικρινές κάλεσμα για πολιτική δράση σε μια εποχή αυξανόμενης απογοήτευσης με την πολιτική.
Alberto Alemanno, καθηγητής στο HEC Paris και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ιδρυτής του eLabEurope

Μικρό κι ευκολοδιάβαστο βιβλίο, εξηγεί γιατί το σημερινό πολιτικό σύστημα είναι ανεπαρκές και στη συνέχεια δίνει παραδείγματα πώς να ξεπεράσουμε αυτά τα προβλήματα στοχεύοντας σε πιο δημοκρατικά συστήματα.
John Giasastil,διευθυντής του McCourtney Institute for Democracy

Μια τολμηρή πρόκληση στο στάτους κβο, που δείχνει, με μερικά πολύ καλά παραδείγματα, πώς μπορεί να λειτουργήσει η δημοκρατία. Ένα συνοπτικό και ευκολοδιάβα­στο βιβλίο που χτίζει μια πειστική υπόθεση για την επανεφεύρεση της πολιτικής. Αξίζει να το διαβάσουμε.
Katharine Quarmby, The Economist & BBC Newsnight

Δείτε το επίσημο site του βιβλίου, όπου έχει δημιουργηθεί και ένα δίκτυο ενεργών πολιτών www.rebootdemocracy.org

 

 

10 λόγοι για τους οποίους οι πολιτικοί δεν μπορούν να μας εκπροσωπήσουν


ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

 

Τι είναι η διαβούλευση των πολιτών και πώς μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε; Η θεμελιώδης ιδέα είναι απλούστατη. Μία ομάδα απλών πολιτών αναλαμβάνει να αποφασίσει συλλογικά για κάποιο πολιτικό ζήτημα. Συμβουλεύονται ειδικούς, ακούν εκπροσώπους από διαφορετικές ομάδες συμφερόντων και, με τη βοήθεια συντονιστών, ξεκινούν προσεκτικές, εμπεριστατωμένες συζητήσεις, όπου ερευνούν τα εκάστοτε ζητήματα. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η ομάδα είναι αυτόνομη και οι ενέργειές της αυτοκαθοδηγούμενες: για παράδειγμα, οι πολίτες αποφασίζουν σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να συγκεντρωθούν από εξωτερικές πηγές, ποιους ειδικούς ή εκπροσώπους ομάδων να καλέσουν σε συνέντευξη και ποιες ερωτήσεις πρέπει να τους θέσουν. Σε αυτά τα καθήκοντα υποστηρίζονται από επαγγελματίες, διοικητικό προσωπικό και ερευνητές.

Μετά από μία επαρκή περίοδο διαβούλευσης, η ομάδα αποφασίζει για το θέμα συλλογικά, με ψηφοφορία, και έπειτα συντάσσει ένα πόρισμα. Η απόφασή της μπορεί να ενσωματωθεί στις υπάρχουσες πολιτικές δομές με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, μερικούς από τους οποίους θα εξετάσουμε στο τέλος αυτού του κεφαλαίου.

Τώρα, πώς επιλέγει κανείς καθημερινούς πολίτες για να συμμετάσχουν σε ένα πάνελ διαβούλευσης; Δεν γίνεται επιλογή! Οι πολίτες «επιστρατεύονται» από το εκλογικό σώμα τυχαία –με τον ίδιο τρόπο που καλούνται να συγκροτήσουν το σώμα των ενόρκων στις αγγλοσαξονικές (και άλλες) χώρες– και αναλαμβάνουν καθήκοντα μόνο για μία, μη ανανεώσιμη, θητεία.

Εκ πρώτης όψεως, αυτό μοιάζει τρελό. Σε πολλούς φέρνει, συνειρμικά, εικόνες από θορυβώδεις λαϊκές συνελεύσεις, όπου τα πνεύματα οξύνονται και μόνο αυτοί που φωνάζουν πιο δυνατά από τους άλλους μπορούν να ακουστούν. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνω σε αυτό το κεφάλαιο δεν έχουν καμία σχέση με κάτι τέτοιο.

Αν και οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε ακούσει ποτέ για τη διαβούλευση των πολιτών, η χρήση κλήρων για την επιλογή πολιτών που θα αναλάβουν πολιτικά καθήκοντα χρονολογείται από την αρχαία Αθήνα. Οι Έλληνες είχαν καταλάβει ότι η τυχαία επιλογή ατόμων από το σύνολο των πολιτών ήταν ο μόνος τρόπος για να αμυνθούν απέναντι στις διάφορες μορφές διαφθοράς που μάστιζαν την τάξη των επαγγελματιών πολιτικών. Εμπιστευόμενοι την εξουσία σε μια ομάδα πολιτών επιλεγμένων με κλήρο και αναθέτοντάς τους να υπηρετήσουν μία, μη ανανεώσιμη θητεία, πολλά από τα προβλήματα που περιγράφηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο μπορούν να αποφευχθούν. Απαλλαγμένοι από την πίεση της προσπάθειας επανεκλογής, από τη μία, και από τις εγγενείς προκαταλήψεις που συνεπάγεται το να ανήκουν σε μία ισχυρή ελίτ, από την άλλη, οι τυχαία επιλεγμένοι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΩΝ ΜΜΕ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΜΑΣ

Όταν στις εκλογές μάς ζητείται να «αξιολογήσουμε» τις υπηρεσίες που μας πρσέφεραν οι πολιτικοί, δεν ασχολούμαστε σοβαρά. Όλοι εμείς, συμπεριλαμβανομένων και των «ενημερωμένων» πολιτών που παρακολουθούν τις ειδήσεις, αμελούμε να εξετάσουμε σε βάθος τα σοβαρά πολιτικά ζητήματα. Ψηφίζουμε έναν υποψήφιο πολιτικό βασιζόμενοι κυρίως σε κάτι ελάχιστα περισσότερο από απλή «διαίσθηση», όσον αφορά το αν είναι έντιμος και λογικός άνθρωπος. Στην καλύτερη περίπτωση, έχουμε συλλέξει σκόρπιες πληροφορίες και απόψεις από φίλους και από τα ΜΜΕ, οι οποίες θεωρούμε ότι αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του υποψηφίου.

Αυτές οι ήδη επισφαλείς κρίσεις επηρεάζονται πολύ από την όποια συμπάθεια μπορεί να τρέφει ο καθένας από εμάς για ένα πολιτικό κόμμα, το οποίο εκπροσωπείται από έναν συγκεκριμένο υποψήφιο. O ισχυρός ψυχολογικός μηχανισμός της ταύτισης κάνει την εμφάνισή του. Σε αυτήν την περίπτωση, η κοινωνική ταύτιση μας οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στην υπερβολή, αναφορικά με τις αρετές των πολιτικών που ανήκουν στο κόμμα της προτίμησής μας. Αντίστροφα, έχουμε την τάση να θεωρούμε τα ελαττώματα των εκπροσώπων άλλων κομμάτων ιδιαίτερα επιβαρυντικά. Από την άλλη, συχνά καταλήγουμε σε αυτά τα συμπεράσματα με τρόπο υποσυνείδητο, και αυτές οι διαδικασίες επηρεάζουν την κρίση μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Όπως είναι αναμενόμενο, κατ’ αυτόν τον τρόπο η ικανότητά μας να κρίνουμε την απόδοση των πολιτικών την ώρα των εκλογών εξασθενεί ακόμα περισσότερο.

Πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι εμείς οι ψηφοφόροι δεν είμαστε «υπαίτιοι» για την αποτυχία μας να αξιολογήσουμε ικανοποιητικά την απόδοση των αντιπροσώπων μας. Κάτι τέτοιο απαιτεί την προσεκτική ανάλυση των πολιτικών ζητημάτων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε σωστά τους πολιτικούς, ανάλογα με το πόσο καλά χειρίστηκαν αυτά τα ζητήματα. Όμως, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι οι πολίτες θα κάνουν μια τόσο βαθιά ανάλυση. Ας εξετάσουμε τα παραπάνω από την πλευρά του μέσου ψηφοφόρου. Ο όγκος των πληροφοριών που θα χρειαστεί να αναλύσει, προκειμένου να καταλήξει σε μία επαρκώς στοιχειοθετημένη απόφαση σχετικά με λίγα μόνο από τα βασικότερα πολιτικά ζητήματα, είναι τεράστιος. Σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο πολίτης γνωρίζει ότι η μία και μοναδική ψήφος του θα διαμορφώσει ελάχιστα το εκλογικό αποτέλεσμα – εξάλλου, είναι απλώς ένας ψηφοφόρος ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους. Η δουλειά που απαιτείται για μία λεπτομερή ανάλυση ενός πολιτικού ζητήματος–μιας πολιτικής επιλογής, σε συνδυασμό με τη σχεδόν ανύπαρκτη πιθανότητα μία ψήφος να αποδειχθεί καθοριστική για το εκλογικό αποτέλεσμα, δικαιολογεί την αποχή των πολιτών από την αναλυτική εξέταση οποιουδήποτε θέματος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες μιλούν για την «ορθολογική άγνοια» των ψηφοφόρων: σε μία σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, το να είναι ο ψηφοφόρος πλήρως ενημερωμένος για τα πολιτικά ζητήματα δεν έχει ανταποδοτικό όφελος για τον ίδιο.

Σχεδόν όλοι οι ψηφοφόροι, όταν έρχεται η ώρα να διαμορφώσουν άποψη σχετικά με έναν πολιτικό ή ένα πολιτικό ζήτημα, θα συνεχίσουν να στηρίζονται σε κατανάλωση πληροφοριών που προέρχονται από δευτερογενείς πηγές. Οι αναφορές των ΜΜΕ, η επιχειρηματολογία διαφόρων ομάδων συμφερόντων υπέρ ή κατά ενός συγκεκριμένου πολιτικού ή κάποιου πολιτικού μέτρου, καθώς και οι δημόσιες δηλώσεις των πολιτικών, οι πολιτικοί σχολιαστές και άλλοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης πιθανώς να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση της άποψης των ψηφοφόρων. Το γεγονός αυτό φέρνει στο προσκήνιο έναν αριθμό αλληλοσυνδεόμενων προβλημάτων, τα οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν.

Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτών των προβλημάτων είναι ότι οι πολίτες μάλλον θα επεξεργαστούν αυτή την πληθώρα πληροφοριών με τον «βιαστικό», απερίσκεπτο τρόπο, που μαστίζει σήμερα την κρίση των περισσότερων ψηφοφόρων για τους πολιτικούς. Διαβάζουμε κάποια άρθρα, ίσως παρακολουθήσουμε κάποια τηλεοπτική αντιπαράθεση, και διαμορφώνουμε την άποψή μας.

Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, επιλέγουμε κάποια μέσα ενημέρωσης και κάποιους σχολιαστές έναντι άλλων, θεωρώντας κάποιους περισσότερο αξιόπιστους και άλλους λιγότερο. Αντίστοιχα, «βαφτίζουμε» κάποιες από τις ειδήσεις σημαντικές και πιστευτές, ενώ άλλες τις υποβαθμίζουμε, απωθώντας τες στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Όλα αυτά συνήθως τα κάνουμε υποσυνείδητα. Θα αποδεχθούμε και θα πιστέψουμε ειδήσεις και άλλες πληροφορίες που συμφωνούν με την προσωπική μας κοσμοθεωρία, ενώ θα έχουμε την τάση να παραβλέψουμε όποια δεδομένα την αντικρούουν. Έτσι, ακόμα και αν οι ψηφοφόροι προσπαθούσαν να έχουν καλύτερη πληροφόρηση, πιθανότατα θα κατέληγαν απλώς να ενισχύσουν τις ήδη υπάρχουσες –βασισμένες στη «διαίσθηση»– αντιλήψεις τους για τα πράγματα.

Οι περισσότεροι από εμάς θα συμφωνούσαμε ότι, όταν έχουμε να πάρουμε μία σημαντική απόφαση, είναι πολύ λογικό να ζητήσουμε τις γνώμες άλλων και, αν όλα πάνε καλά, να έχουμε μία συζήτηση με επιχειρήματα σχετικά με το ποια πορεία θα ακολουθήσουμε. Επωφελούμενοι από τις γνώσεις και τις εμπειρίες των άλλων, έχετε πραγματικά πιθανότητες να βελτιώσετε την ποιότητα των αποφάσεών σας.

Ωστόσο, οι πολιτικές απόψεις των ψηφοφόρων εκτίθενται σπάνια ή καθόλου στο φως της μέρας. Στην πραγματικότητα, έχουν έναν αρκετά σκοτεινό, στενάχωρο κύκλο ζωής: εκπορεύονται από μία θολή, βαθύτατα ελαττωματική διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών, ζουν, σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αντίλογο στα βάθη του μυαλού εκείνου που τις ασπάζεται και, τελικά, ξεγλιστρούν για να αφήσουν το σημάδι τους σε μία μυστική ψηφοφορία. Οπότε, θα πρέπει να είναι σαφές ότι οι απόψεις που διαμορφώνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν συνάδουν με την προσεκτική, λογική λήψη αποφάσεων, η οποία απαιτείται από την πλευρά των πολιτών όταν πρόκειται για την πολιτική.

Ένα δεύτερο πρόβλημα, άμεσα συνυφασμένο με τον τρόπο που εμείς οι ψηφοφόροι αποφασίζουμε για τα διάφορα πολιτικά ζητήματα, είναι ότι, βασίζοντας τις απόψεις μας στις πληροφορίες που λαμβάνουμε από δευτερογενείς πηγές, γινόμαστε, συλλογικά, εύκολα θύματα χειραγώγησης από ομάδες ειδικών συμφερόντων. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι οποιαδήποτε «αναμέτρηση» του ψηφοφόρου με αυτές τις δευτερογενείς πηγές θα είναι, αναπόφευκτα, ιδιαίτερα άνιση.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι και η «εκλογική αγορά» –π.χ. η αγορά των ψήφων, στην οποία αποφασίζεται το μέλλον μας– είναι στημένη. Δεδομένων των πόρων και των μέσων που διαθέτουν οι πολιτικοί και οι ομάδες ειδικών συμφερόντων, οι πολιτικές απόψεις του καθενός από εμάς (εξεταζόμενες μεμονωμένα) είναι εύκολη λεία.

Οι πολιτικοί και οι ομάδες ειδικών συμφερόντων επενδύουν πολύ χρόνο, κόπο και πόρους, προκειμένου να καταστήσουν τη δημόσια εικόνα τους όσο το δυνατόν περισσότερο ελκυστική σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Προσλαμβάνουν επαγγελματίες των δημοσίων σχέσεων και απευθύνονται σε πολυάριθμες ομάδες εστίασης (focus groups) για να δοκιμάσουν παραλλαγές του «μηνύματος» που θέλουν να περάσουν. Στη συνέχεια, το διαμορφώνουν ανάλογα με τα σχόλια, τις κριτικές και τις αντιδράσεις που έχουν αποκομίσει από αυτές τις ομάδες. Οπότε, ο μέσος ψηφοφόρος θα εκλάβει τα κύρια σημεία του ως «ενστικτωδώς πραγματικά» και, συνεπώς, δεν θα τα αμφισβητήσει. Δαπανούν τεράστια χρηματικά ποσά, για να διασφαλίσουν ότι αυτό το μήνυμα θα φτάσει σε εσάς με τη μορφή –και στον χρόνο και τον τόπο– που θα έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επηρεάσει τη στάση σας την ώρα της ψηφοφορίας.

Σκεφθείτε τον μέσο ψηφοφόρο, ο οποίος είναι τόσο απασχολημένος με την καθημερινότητα της ζωής του – προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις της δουλειάς του και τα όποια οικογενειακά προβλήματα, ενώ επιχειρεί να ανταποκριθεί σε όλα όσα περιλαμβάνει το πρόγραμμά του. Χρόνος για σκέψη και περισυλλογή δεν υπάρχει πολύς. Τώρα, προσθέστε στην εικόνα μια βροχή από επιδέξια σχεδιασμένα πολιτικά μηνύματα, τα οποία προωθούν από έναν διαφορετικό υποψήφιο, και όλα έχουν στόχο τον μέσο ψηφοφόρο. Το να σκεφθούμε ότι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας μπορεί, έστω και κατ’ ελάχιστο, να περιγραφεί ως αιτιολογημένη, εμπεριστατωμένη εξέταση διαφορετικών πολιτικών τοποθετήσεων είναι, στην καλύτερη περίπτωση, υπερβολικά αισιόδοξο. Ωστόσο, όσο απίστευτο κι αν είναι, επιμένουμε στο παραμύθι ότι οι εκλογές προσφέρουν έναν μηχανισμό που μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε ακριβώς και να συγκρίνουμε μεταξύ τους τις πολιτικές επιλογές που μας παρουσιάζονται.

Ίσως η πλησιέστερη αναλογία να είναι ότι θα μπείτε σε ένα σύγχρονο σούπερ μάρκετ πιστεύοντας ότι θα αγοράσετε «μό­νο ό,τι χρειάζεστε». Καθώς περπατάτε σε έναν από τους διαδρόμους, βομβαρδίζεστε από πολλά και διάφορα ερεθίσματα, κατάλληλα σχεδιασμένα ώστε να προκαλούν πλήθος υποσυνείδητων αντιδράσεων που θα σας οδηγήσουν σε παρορμητικές αγορές. Ακόμα και η ίδια η διαρρύθμιση του καταστήματος είναι αποτέλεσμα πολλών ωρών μελέτης του πώς θα μεγιστοποιηθούν ο αριθμός των προϊόντων που βλέπετε και ο χρόνος παραμονής σας στο κατάστημα – δεδομένου ότι όσα περισσότερα προϊόντα βλέπετε και όσο περισσότερο χρόνο παραμένετε στο κατάστημα, τόσο πιο πιθανό είναι να αγοράσετε.

Ως ψηφοφόροι δεχόμαστε μια αντίστοιχη, βαθύτατα ασύμμετρη, «γνωστική επίθεση». Ένας έξυπνος, καλοπροαίρετος ψηφοφόρος, ο οποίος βασίζεται στην παθητική κατανάλωση πληροφοριών από δευτερογενείς πηγές, είναι καταδικασμένος να ηττηθεί από τον συνδυασμό των τεράστιων πόρων και των πλέον εξελιγμένων τεχνικών μάρκετινγκ, που σκοπό έχουν να επηρεάσουν τις απόψεις του. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο ανταγωνισμός μεταξύ των διάφορων πολιτικών μηνυμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα το κόμμα με το πιο ελκυστικό μήνυμα –συχνά αυτό που είχε τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό για μάρκετινγκ– να κερδίσει τους ψηφοφόρους. Και εύκολα θα συμφωνήσουμε ότι αυτός δεν είναι τρόπος για να λειτουργεί η δημοκρατία.

Όσο τα πολιτικά συστήματα υποβιβάζουν τους πολίτες στον ρόλο του ψηφοφόρου, ο οποίος βασίζεται σε «διαισθήσεις» και δευτερογενείς πηγές πληροφόρησης, θα είμαστε ευάλωτοι στη δημαγωγία και τη χειραγώγηση. Έτσι, θα συνεχίσουμε να αδυνατούμε να αξιολογήσουμε κριτικά τα μηνύματα που δεχόμαστε, και οι πολιτικοί, καθώς και οι ομάδες ειδικών συμφερόντων, θα επιτυγχάνουν τον στόχο τους.

 

Σχόλια
 

Δεν υπάρχουν σχόλια.


Γράψε ένα σχόλιο
Πρέπει να κάνετε login ή να εγγραφείτε για να μπορέσετε να στείλετε σχόλια.